Τρίτη, 22 Ιουλίου 2008

Εντοπίστηκαν 21 νέα γονίδια σε συσχέτιση με τη νόσο του Crohn




Scientists Define 21 New Genes Associated with Crohn’s Disease

πηγή Nature Genetics on June 29

όλο το άρθρο :



Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2008

Εντερικές επιπλοκές ελκώδους κολίτιδος και νόσου του Crohn



Ορέστης Μανούσος, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης



Οι συχνότερες εντερικές επιπλοκές της ελκώδους κολίτιδος είναι οι ψευδοπολύποδες, το τοξικό μεγάκολο, η αιμορραγία, η διάτρηση του παχέος εντέρου και ο καρκίνος του παχέος εντέρου.


Στη νόσο του Crohn προέχουν η εντερική απόφραξη, οι περιορθικές φλεγμονές, τα συρίγγια, η διάτρηση και η αιμορραγία.





Εντερική διάτρηση:

Η διάτρηση είναι η πλέον επικίνδυνη τοπική επιπλοκή γιατί προκαλεί γενικευμένη περιτονίτιδα. Παρατηρείται κυρίως σε περιπτώσεις με κεραυνοβόλο μορφή της ελκώδους κολίτιδος και μάλιστα στο πρώτο επεισόδιο (Edwards και Truelove 1963).

Η σχετική σπανιότης της διατρήσεως στις υποτροπές της νόσου αποδίδεται στην ανάπτυξη ινώδους ιστού στο τοίχωμα του εντέρου και συμφύσεων που σχηματίζονται στη διαδρομή των επουλώσεων που ακολούθησαν τα προηγούμενα επεισόδια της νόσου. Οι διατρήσεις της ελκώδους κολίτιδος παρατηρούνται συνήθως στο αριστερό τμήμα του παχέος εντέρου. Πολλές φορές, αλλά όχι πάντοτε, προηγείται οξεία διάταση του παχέος εντέρου (τοξικό μεγάκολο).

Δεν υπάρχει ένδειξη ότι η θεραπεία με κορτικοειδή προδιαθέτει στην ανάπτυξη διατρήσεως. Όμως τα κορτικοειδή ελαττώνουν την ένταση των συμπτωμάτων και έτσι αφ' ενός η διάτρηση δεν προκαλεί τη γνωστή εντυπωσιακή κλινική εικόνα και αφ' ετέρου τα κλασικά συμπτώματα του οξύτατου αιφνίδιου κοιλιακού πόνου, του πυρετού και της συσπάσεως του κοιλιακού τοιχώματος μπορεί να απουσιάζουν τελείως. Συνήθως η διάτρηση εκδηλώνεται με απότομη επιδείνωση της γενικής καταστάσεως του ασθενούς και μεγάλη επίταση της ταχυκαρδίας. Για τη διάγνωση της διατρήσεως απαιτείται η εκτέλεση πολλών απλών ακτινογραφιών κοιλίας σε διάφορες θέσεις που θα δείξουν την παρουσία αέρος κάτω από το διάφραγμα.

Η κλινική εξέταση όταν γίνεται καθημερινώς και με προσοχή είναι συχνά διαφωτιστική. Εκτός από το βαθμό αφυδατώσεως, τις ενδείξεις ηλεκτρολυτικών διαταραχών και την κατάσταση του κυκλοφορικού συστήματος, η παρακολούθηση των αντιδράσεων του ασθενούς ύστερα από ελαφρά πλήξη του κοιλιακού τοιχώματος ή ακόμη και "τράνταγμα" του κρεβατιού δείχνουν ότι ο άρρωστος εξελίσσεται σε "χειρουργική" περίπτωση.



Τοξικό μεγάκολο:

Πρόκειται για τη δεύτερη σε σοβαρότητα επιπλοκή της ελκώδους κολίτιδος. Συνήθως παρουσιάζεται στο εγκάρσιο κόλον. Τα κυριότερα κλινικά σημεία της οξείας αυτής διατάσεως του παχέος εντέρου είναι η απότομη επιδείνωση της γενικής καταστάσεως, η ταχυκαρδία, ο έντονος μετεωρισμός της κοιλίας και η απουσία εντερικών ήχων. Οι άρρωστοι με βαριά μορφή κολίτιδος πρέπει να παρακολουθούνται καθημερινώς με μέτρηση της περιμέτρου της κοιλιάς και με απλές ακτινογραφίες που δείχνουν προοδευτική διάταση του παχέος εντέρου. Διάμετρος εγκαρσίου κόλου πάνω από τα 6-7 εκ.μ. θεωρείται χαρακτηριστική τοξικού μεγακόλου.

Η παθογένεια της επιπλοκής αυτής δεν είναι σαφής. Επειδή η ιστολογική εξέταση τοξικού μεγακόλου δείχνει επέκταση της φλεγμονής σ' όλο το τοίχωμα του παχέος εντέρου, υποτίθεται ότι επέρχεται βλάβη της λειτουργίας του μυεντερικού πλέγματος, αν και αυτό δεν έχει αποδειχθεί.

Παράγοντες που θεωρείται ότι προδιαθέτουν στην εκδήλωση τοξικού μεγακόλου είναι η υποκαλιαιμία και η μεταβολική αλκάλωση ώστε ανάταξη αυτών των διαταραχών στα αρχικά στάδια μπορεί να αναστείλει την εξέλιξη σε τοξικό μεγάκολο (Torsoli 1981). Επίσης, φάρμακα μπορεί να παίξουν ρόλο όπως τα οπιούχα, η λοπεραμίδη και τα αντιχολινεργικά που ευνοούν την πάρεση του εντέρου. Αυτά τα φάρμακα πρέπει να αποφεύγονται πάντοτε σε περιπτώσεις βαρείας κολίτιδος. Η συντηρητική αγωγή επικεντρώνεται στη ρύθμιση των ηλεκτρολυτικών διαταραχών, στη διόρθωση της αναιμίας, την περιστολή συνυπαρχουσών λοιμώξεων με τα κατάλληλα αντιβιοτικά και την αναχαίτιση της φλεγμονώδους αντιδράσεως με ενδοφλέβια χορήγηση μεγάλων δόσεων κορτικοστεροειδών. Σε αποτυχία της συντηρητικής αγωγής ο άρρωστος καταλήγει στο χειρουργείο για επείγουσα κολεκτομή.


Στη δική μας σειρά των 200 περιπτώσεων του Ευαγγελισμού, τοξικό μεγάκολο παρουσιάσθηκε στο 2% των ασθενών που ήταν συνήθως νεαρής ηλικίας (μέση ηλικία εισβολής της παθήσεως 24 έτη). Και οι 4 ασθενείς παρουσίασαν βαριά διαδρομή της νόσου και καθολική προσβολή του εντέρου. Στους 3 από τους 4 ασθενείς η τοξική διάταση του εντέρου υπεχώρησε με συντηρητικά μέτρα ενώ στον τέταρτο έγινε επείγουσα κολεκτομή. Γενικώς η συχνότης της επιπλοκής αυτής κυμαίνεται από 2,6-13% και παρ' όλο που απαντά συχνότερα στην ηλικία περί τα 40 μπορεί να εκδηλωθεί σε οποιαδήποτε ηλικία (Edwards και Truelove 1963, Jalan 1969). Το τοξικό μεγάκολο έχει επίσης περιγραφεί στη νόσο του Crohn αλλά είναι σπανιότερο.


Η ακατάσχετη αιμορραγία είναι ασύνηθες (περί το 5%) σύμπτωμα που αντιμετωπίζεται με μεταγγίσεις αλλά μπορεί να χρειασθεί και επείγουσα χειρουργική αντιμετώπιση.


0ι ψευδοπολύποδες παρά την αποκρουστική των εμφάνιση είναι αθώες υπερπλασίες του βλεννογόνου που αποτελούνται κυρίως από κοκκιωματώδη ιστό και δεν έχουν προκαρκινικό χαρακτήρα. Σε μεγάλο ποσοστό υποχωρούν αυτομάτως. Πρέπει να αναφερθεί ότι πολλές φορές οι ψευδοπολύποδες αιμορραγούν. Η αιμορραγία αυτή δεν ανταποκρίνεται στην θεραπευτική αγωγή κολίτιδος και ελέγχεται μόνο με την αφαίρεση των πολυπόδων.


Καλοήθεις στενώσεις τον παχέος εντέρου είναι σπάνιες στην ελκώδη κολίτιδα, αντίθετα από τη νόσο του Crohn όπου είναι αρκετά συχνές.

Η κλινική σημασία των στενώσεων δεν είναι μεγάλη γιατί σπανίως μόνο προκαλούν προβλήματα στο ρυθμό κενώσεως του εντέρου. Το κύριο πρόβλημα είναι η διαφορική διάγνωση από κακοήθη νεοπλάσματα που επιτυγχάνεται ικανοποιητικά με ενδοσκόπηση και βιοψία.


Εντερική απόφραξη στη νόσο του Crohn εκδηλώνεται κλινικούς είτε με υποτροπιάζουσα μορφή ατελούς ειλεού που κατά κανόνα λύεται με συντηρητική αντιμετώπιση είτε με οξεία εκδήλωση πλήρους εντερικής αποφράξεως που απαιτεί άμεση χειρουργική αντιμετώπιση.

Ο ατελής ειλεός οφείλεται συνήθως σε οίδημα του βλεννογόνου μιας ήδη εστενωμένης μοίρας του εντέρου ενώ η πλήρης εντερική απόφραξη είναι συνήθως συνέπεια συστροφής ή στραγγαλισμού του εντέρου από συμφύσεις (Ζερβακάκης και Μανούσος 1991).


Καρκίνος του παχέος εντέρου σε αρρώστους με ελκώδη κολίτιδα και νόσο του Crohn.

Η σπουδαιότερη επιπλοκή των ΙΦΕΝ είναι ο καρκίνος. Στη βιβλιογραφία υπάρχει ομοφωνία σχετικά με την αυξημένη συχνότητα καρκίνου του παχέος εντέρου στην ελκώδη κολίτιδα.

Οι άρρωστοι με κολίτιδα έχουν 8-30 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να παρουσιάσουν καρκίνο του παχέος εντέρου παρά ο γενικός πληθυσμός.


Οι κυριότεροι παράγοντες κινδύνου είναι:

Η έκταση της νόσου [η ορθίτις έχει σχετικά μικρό κίνδυνο αναπτύξεως καρκίνου ενώ η κολίτις του αριστερού κόλου έχει αυξημένο κίνδυνο καρκίνου μετά από 15 χρόνια (Nugent 1991)], η διάρκεια της νόσου και ίσως η έναρξη στην παιδική ηλικία. Στον φλεγμαίνοντα ιστό της ελκώδους κολίτιδος και της νόσου του Crohn έχει διαπιστωθεί αυξημένη παρουσία ογκογονιδίων (C-myc proto-oncogenes) σε σχέση με τον μη φλεγμαίνοντα ιστό του εντέρου. Το εύρημα αυτό ενισχύει την άποψη ότι το c-myc ογκογονίδιο δραστηριοποιείται από τη συνεχή φλεγμονώδη αντίδραση (McPherson 1992).

Σε μακρά παρακολούθηση 72 ασθενών με ελκώδη κολίτιδα και καρκίνο ή δυσπλασία του βλεννογόνου του παχέος εντέρου, οι Broome και συν (1992) διεπίστωσαν ότι 5 ασθενείς παρουσίασαν σκληρυντική χολαγγειΐτιδα. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι ασθενείς με σκληρυντική χολαγγειΐτιδα και ελκώδη κολίτιδα έχουν αυξημένο κίνδυνο αναπτύξεως καρκίνου του παχέος εντέρου και δικαιούνται στενότερης παρακολουθήσεως. Από σχετικές μελέτες προκύπτει ότι ενώ στον σποραδικό καρκίνο του παχέος εντέρου παρατηρείται μετάλλαξη του Ki-ras ογκογονιδίου σε μεγάλο ποσοστό, στον καρκίνο που επιπλέκει την ελκώδη κολίτιδα αυτό συμβαίνει σπανιότατα. Υποστηρίζεται λοιπόν ότι ακολουθείται διαφορετική γενετική οδός στην καρκινογένεση της ελκώδους κολίτιδος από ό,τι στον σποραδικό καρκίνο του παχέος εντέρου (Bell 1991).

Ο καρκίνος που επιπλέκει την κολίτιδα εντοπίζεται περισσότερο στο εγκάρσιο και το δεξιό κόλον και λιγότερο στο ορθό ή το σιγμοειδές και εμφανίζεται σε νεώτερη ηλικία (γύρω στα 40) σε σύγκριση με τον καρκίνο του παχέος εντέρου στον γενικό πληθυσμό (γύρω στα 62 χρόνια). Γενικώς, εθεωρείτο ότι η πρόγνωση του καρκίνου που επιπλέκει την ελκώδη κολίτιδα είναι πολύ κακή και ότι η επιβίωση μετά από χειρουργική εκτομή είναι βραχύτερη από ό,τι στον συνήθη καρκίνο του παχέος εντέρου. Η κακή αυτή πρόγνωση είχε αποδοθεί σε μεγάλο βαθμό στην καθυστέρηση της διαγνώσεως του καρκίνου που ανακαλύπτεται συνήθως όταν έχει φθάσει σε πολύ προχωρημένο στάδιο και στο γεγονός ότι στην ελκώδη κολίτιδα ο καρκίνος του εντέρου μπορεί να είναι πολυεστιακός. Εντούτοις, σε μελέτη που έγινε στην Αγγλία (Birmingham), διαπιστώθηκε ότι η θνητότης του καρκίνου που επιπλέκει την ελκώδη κολίτιδα δεν είναι μεγαλύτερη από τη θνητότητα του συνήθους καρκίνου του παχέος εντέρου. Σε σύγκριση της επιβιώσεως ασθενών με καρκίνο σε έδαφος ελκώδους κολίτιδος με την επιβίωση καρκίνου παχέος εντέρου στον γενικό πληθυσμό, διαπιστώθηκε ότι η πενταετής επιβίωση ήταν 33,5% στην πρώτη και 32,6% στη δεύτερη ομάδα ασθενών (Gyde 1984).

Παρά το ότι η θνητότης δεν διαφέρει στις δύο ομάδες, οι συγγραφείς σχολιάζουν το γεγονός ότι παρά την στενή παρακολούθηση των ασθενών με ελκώδη κολίτιδα η επιβίωση των ασθενών που αναπτύσσουν καρκίνο του παχέος εντέρου δεν είναι καλύτερη από εκείνη του σποραδικού καρκίνου.Τα τελευταία 25 χρόνια γίνεται προσπάθεια ανιχνεύσεως του καρκίνου σε πρώιμα στάδια με την αξιολόγηση "δυσπλαστικών αλλοιώσεων" που συνυπάρχουν ή και προηγούνται της αναπτύξεως του καρκίνου. Οι Morson και Pang (1967) εισήγαγαν πρώτοι αυτή την ιδέα της μελέτης της προκαρκινικής δυσπλασίας του βλεννογόνου του εντέρου στην ελκώδη κολίτιδα.

Στη μελέτη των διαπιστώθηκε παρουσία των δυσπλαστικών αλλοιώσεων σε 20% των παρασκευασμάτων κολεκτομής σε αρρώστους με ιστορικό κολίτιδος άνω των 10 ετών αλλά χωρίς καρκίνο στο έντερο ενώ οι αλλοιώσεις υπήρχαν σε 100% των αρρώστων με καρκίνο. Ανάλογα ευρήματα είχε και ο Dobbins (1977). Η αναγνώριση της προκαρκινικής δυσπλασίας είναι πολύ μεγάλης σημασίας για την έγκαιρη εκτέλεση προφυλακτικής κολεκτομής, στην ομάδα υψηλού κινδύνου των αρρώστων, με ελκώδη κολίτιδα.Το ζήτημα παρουσιάζει στην πράξη πολλές δυσκολίες γιατί δεν είναι εύκολη η διάκριση μεταξύ προκαρκινικής δυσπλασίας και των αλλοιώσεων που προκαλεί η ίδια η φλεγμονή.


Τα χαρακτηριστικά της δυσπλασίας είναι: Κυλινδρικό επιθήλιο στους αδένες του βλεννογόνου με ανώμαλη διάταξη των πυρήνων που έχουν αυξημένο μέγεθος και ποικίλλουν σε σχήμα. Η πολικότης των πυρήνων είναι ανώμαλη και παράλληλα παρατηρείται αυξημένος αριθμός μιτώσεων και άτυπες μορφές. Συνήθως υπάρχει ελάττωση των βλεννοπαραγωγών κυττάρων αλλά μερικές φορές παρατηρείται υπερβολική έκκριση βλέννης του τύπου που παρατηρείται στο θηλώδες αδένωμα.Η μετατόπιση του επιθηλίου στον υποβλεννογόνιο σε προηγούμενη φάση παροξύνσεως της κολίτιδος προκαλεί δυσκολίες διαγνώσεως από καρκίνωμα in situ.

Η αντιδραστική υπερπλασία του επιθηλίου που παρατηρείται, στη φάση της φλεγμονής, χαρακτηρίζεται επίσης από αυξημένες μιτώσεις, ανωμαλίες στη διάταξη των αδένων και βλεννοπενία και είναι δύσκολο για τον παθολογοανατόμο να τη διακρίνει από τη δυσπλασία, Το κυριότερο διακριτικό στοιχείο είναι ότι στην προκαρκινική δυσπλασία απουσιάζουν συνήθως οι χαρακτήρες ενεργού φλεγμονής. Από τη μελέτη του παθολογοανατομικού εργαστηρίου του "Ευαγγελισμού" (Πετράκη 1992) σε μεγάλο αριθμό χειρουργικών παρασκευασμάτων ΙΦΕΝ προκύπτει ότι η ελάττωση και απουσία ο-ακετυλιωμένων βλεννινών από το βλεννογόνο του παχέος εντέρου είναι ο πλέον αξιόπιστος δείκτης για την αναγνώριση της υποομάδος ασθενών με ελκώδη κολίτιδα που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αναπτύξεως καρκίνου.Γίνονται προσπάθειες να καθοριστούν σαφή κριτήρια διαγνώσεως της δυσπλασίας για την καλύτερη συνεννόηση των παθολογοανατόμων (Riddell 1983). Στην ταξινόμηση αυτή διακρίνουν δυσπλασία χαμηλού και υψηλού βαθμού. Στη δεύτερη περίπτωση είναι απαραίτητη η στενή παρακολούθηση με εξέταση πολλών βιοψιών από διάφορα σημεία του εντέρου σε συχνά χρονικά διαστήματα.Η τακτική που ακολουθείται στα οργανωμένα κέντρα παρακολουθήσεως της ελκώδους κολίτιδος είναι ο ετήσιος έλεγχος των ασθενών με ιστορικό άνω των 8 ετών. Σε πρώτη φάση συνιστάται μια ορθοσιγμοειδοσκόπηση με ιστολογική εκτίμηση βιοψιών (κυρίως από περιοχές που παρουσιάζουν υπερπλασία και προβάλλουν ως επίπεδες αλλοιώσεις του βλεννογόνου) ακόμη και όταν η νόσος βρίσκεται σε πλήρη κλινική ηρεμία.

Σε ασθενείς με γενικευμένη κολίτιδα διαρκείας άνω των 8 ετών συνιστάται κολονοσκοπικός έλεγχος κάθε χρόνο με βιοψίες από ύποπτες περιοχές. Σε ασθενείς με εντόπιση της νόσου μόνο στο αριστερό τμήμα του παχέος εντέρου δικαιολογείται τακτική παρακολούθηση για την πρώιμη διάγνωση του καρκίνου μόνο σε περιπτώσεις που η νόσος διαρκεί άνω των 15 ετών. Ο Cage (1986) συνιστά τη μέθοδο της "decision analysis" για την εξουδετέρωση του κινδύνου λανθασμένοι αποφάσεων στηριγμένων σε κλινικές μόνο εντυπώσεις. Εκτός από την ιστολογική μελέτη των βιοψιών χρησιμοποιείται σήμερα και η μέθοδος της κύτταρο μετρίας ροής για την ανίχνευση παθολογικού DNA που είναι δείκτης της νεοπλασματικής εκτροπής της ελκώδους κολίτιδος (Loefberg 1990).

Η αξία της στρατηγικής της τακτικής ενδοσκοπικής παρακολουθήσεως έγκειται στη μεγάλη πιθανότητα ανευρέσεως δυσπλαστικών αλλοιώσεων στο ορθοσιγμοειδές ακόμη κι όταν ο καρκίνος εντοπίζεται σε υψηλότερα επίπεδα του παχέος εντέρου.Η ύπαρξη δυσπλασίας υψηλού βαθμού σε διάφορα σημεία του παχέος εντέρου είναι ικανός λόγος για την εκτέλεση προφυλακτικής κολεκτομής αν ληφθεί υπ' όψιν η διαπίστωση ότι σε 50% των αρρώστων αυτών βρίσκεται διηθητικός καρκίνος στο εγχειρητικό παρασκεύασμα του παχέος εντέρου.Έτσι τα τελευταία χρόνια γίνεται δεκτό ότι η μελέτη των δυσπλαστικών αλλοιώσεων του βλεννογόνου του παχέος εντέρου σε αρρώστους με μακρό ιστορικό ελκώδους κολίτιδος φαίνεται πως είναι η μέθοδος του μέλλοντος για τη ανίχνευση καρκίνου του παχέος εντέρου σε πρώιμο στάδιο στους ασθενείς αυτούς.

Στη μελέτη των Choi και συν (1992) από την Lahey Clinic, είναι σαφές ότι η ενδελεχής εφαρμογή προγράμματος ανιχνεύσεως του καρκίνου στην ελκώδη κολίτιδα είναι σε θέση να διαγνώσει καρκινώματα στην ελκώδη κολίτιδα που βρίσκονται σε πρώιμο, ιάσιμο στάδιο. Ο Sachar (1993), σε μια σε βάθος εκτίμηση του προβλήματος του καρκίνου στην ελκώδη κολίτιδα, τονίζει ότι η ενδοσκοπική παρακολούθηση για την ανίχνευση της δυσπλασίας δεν είναι ιδεώδης μέθοδος αλλά η καλύτερη πρακτική λύση προς το παρόν. Τονίζει ότι εκείνο που έχει μεγάλη σημασία είναι να προετοιμαστεί ψυχολογικά ο ασθενής που βρίσκεται στη "ζώνη κίνδυνου" να δεχθεί την προφυλακτική κολεκτομή και ότι ο στόχος δεν πρέπει να είναι η ανίχνευση του καρκίνου αλλά μάλλον η πρόληψη του καρκίνου στους ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα. Η επιλογή του καταλλήλου χρόνου προληπτικής κολεκτομής είναι η χρυσή τομή, γιατί, βέβαια, ο σκοπός μας είναι να διατηρήσουμε τον ασθενή στη ζωή και όχι να διατηρήσουμε το παχύ έντερο με κίνδυνο της ζωής του.

Για τη σωστή αξιοποίηση των εργαστηριακών ευρημάτων χρειάζεται ομαδικό πνεύμα συνεργασίας μεταξύ κλινικών, ενδοσκόπων, παθολογοανατόμων, χειρουργών, ακτινολόγων και φυσικά του ασθενούς. Μέχρι να καθοριστούν έγκυρα ιστολογικά κριτήρια γενικής αποδοχής είναι απαραίτητη η διασταύρωση της γνώμης δύο τουλάχιστον παθολογοανατόμων που ασχολούνται με το θέμα πριν μια περίπτωση χαρακτηρισθεί ως "δυσπλασία υψηλού κινδύνου".

Η αξία της παρακολουθήσεως των τιμών του καρκινοεμβρυϊκού αντιγόνου (CEA) στον ορό των ασθενών αυτών είναι περιορισμένη γιατί παρουσιάζονται αυξημένες τιμές όχι μόνο όταν υπάρχει καρκίνος αλλά και στις παροξύνσεις της ελκώδους κολίτιδος.

Η εγχείρηση εκλογής είναι η ολική πρωκτοκολεκτομή με μόνιμη ειλεοστομία γιατί έχουν περιγραφεί πολλές περιπτώσεις καρκίνου στο κολόβωμα του ορθού μετά την εφαρμογή ειλεο-ορθικής αναστομώσεως. Η διαρκώς και συχνότερη εφαρμογή της ειλεο-δακτυ-λικής αναστομώσεως, που σημαίνει την αφαίρεση ολοκλήρου του ορθικού βλεννογόνου και αναστόμωση του ειλεού με τo δακτύλιο, δίδουν ελπίδες ότι τελικώς θα πραγματοποιηθεί ο στόχος που είναι η απαλλαγή του ασθενούς από τον κίνδυνο του καρκίνου χωρίς το τίμημα της μόνιμης ειλεοστομίας.


Η βιβλιογραφία για τη σχέση νόσου του Crohn και καρκίνου του εντέρου δεν είναι τόσο πλούσια όσο η σχετική με τον καρκίνο στην ελκώδη κολίτιδα. Στην Crohn κολίτιδα, η συχνότης καρκίνου είναι μεγαλύτερη από εκείνη του γενικού πληθυσμού αλλά μικρότερη από τη συχνότητα καρκίνου στην ελκώδη κολίτιδα (Stenson και MacDermott 1991). Και στη νόσο του Crohn η καρκινογένεση επηρεάζεται από τη διάρκεια της νόσου. Αν και ο καρκίνος του εντέρου στη νόσο του Crohn προσβάλλει συνήθως πάσχουσες περιοχές, είναι δυνατό να εκδηλωθεί και σε μη προσβεβλημένα τμήματα του εντέρου. Νεοπλάσματα έχουν περιγραφεί επίσης σε εξωεντερικές θέσεις. Οι Nakajima και συν (1990) περιγράφουν περιπτώσεις καρκίνου της ουροδόχου κύστεως, του νεφρού, των ωοθηκών καθώς και μια περίπτωση πολλαπλού μυελώματος.

Υπάρχει σαφής συσχέτιση μεταξύ νόσου του Crohn λεπτού εντέρου και αδενοκαρκινώ-ματος λεπτού εντέρου. Εκτός από τις φλεγμαίνουσες μοίρες του λεπτού εντέρου, καρκίνος μπορεί να αναπτυχθεί και σε έλικες που έχουν παρακαμφθεί χειρουργικώς. Εκτός από τις μεμονωμένες σειρές με μικρούς αριθμούς περιπτώσεων καρκίνου που επιπλέκει νόσο του Crohn (Lashner 1992), υπάρχει και η σημαντική επιδημιολογική μελέτη των Ekbom και συν (1990). Στην εργασία αυτή έγινε παρακολούθηση 1655 περιπτώσεων νόσου του Crohn στην Uppsala. Σύμφωνα με αυτή τη μελέτη, ο κίνδυνος καρκίνου στη νόσο του Crohn είναι μεγαλύτερος για εντοπίσεις της νόσου στο παχύ έντερο ενώ στον τελικό ειλεό ο κίνδυνος δεν διαφέρει από αυτόν που παρατηρείται στον γενικό πληθυσμό.Στη χώρα μας ενώ υπάρχουν πολλά κέντρα με μεγάλο ενδιαφέρον για τη μελέτη των ΙΦΕΝ, δεν έχουν ακόμη υπάρξει δημοσιεύσεις σχετικά με τη συχνότητα ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου.


Κολίτιδες και "Κολίτιδες" (Εκδόσεις Ζήτα, 2003)


Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2008

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

European Medicines Agency


ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗ Α∆ΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
για το
CIMZIA


Κοινόχρηστη διεθνής ονοµασία (INN): κερτολιζουµάµπη πεγόλη


Στις 15 Νοεµβρίου 2007, η Επιτροπή Φαρµάκων για Ανθρώπινη Χρήση (CΗMP) διατύπωσε αρνητική γνώµη, εισηγούµενη την απόρριψη της αίτησης χορήγησης άδειας κυκλοφορίας για το φαρµακευτικό προϊόν CIMZIA 200 mg κόνις και διαλύτης για την παρασκευή ενέσιµου διαλύµατος, για τη θεραπείασοβαρής, ενεργού νόσου του Crohn. Η εταιρεία που υπέβαλε αίτηση για χορήγηση άδειας κυκλοφορίας είναι η UCB Pharma SA.
Η παρασκευάστρια εταιρεία αιτήθηκε την επανεξέταση της γνώµης. Στις 19 Μαρτίου 2008, η CΗMP, λαµβάνοντας υπόψη τους λόγους στους οποίους βασίστηκε το αίτηµα της εταιρείας, επανεξέτασε την αρχική γνώµη και επιβεβαίωσε την εισήγηση για την απόρριψη της αίτησης χορήγησης άδειαςκυκλοφορίας.
Τι είναι το CIMZIA;
Το CIMZIA είναι κόνις και διαλύτης για την παρασκευή διαλύµατος που χορηγείται µε υποδόρια ένεση. Περιέχει τη δραστική ουσία κερτολιζουµάµπη πεγόλη.
Σε ποιες περιπτώσεις επρόκειτο να χρησιµοποιηθεί το CIMZIA;
Το CIMZIA επρόκειτο να χρησιµοποιηθεί για τη θεραπεία της σοβαρής, ενεργού νόσου του Crohn (νόσος που προκαλεί φλεγµονή της πεπτικής οδού). Επρόκειτο να χρησιµοποιηθεί σε ασθενείς πουδεν είχαν ανταποκριθεί σε πλήρη και επαρκή θεραπευτική αγωγή µε κορτικοστεροειδές ή ανοσοκατασταλτικό φάρµακο (φάρµακο που µειώνει τη δράση του ανοσοποιητικού συστήµατος) ή που δεν µπορούν να ακολουθήσουν αυτές τις θεραπείες.
Ποια είναι η αναµενόµενη δράση του CIMZIA;
Η δραστική ουσία του CIMZIA, η κερτολιζουµάµπη πεγόλη, είναι ανοσοκατασταλτικό φάρµακο. Περιέχει κερτολιζουµάµπη, η οποία είναι τµήµα ενός µονοκλωνικού αντισώµατος. Το µονοκλωνικό αντίσωµα είναι ένα αντίσωµα (τύπος πρωτεΐνης) που µπορεί να αναγνωρίζει και να προσκολλάται σεµια συγκεκριµένη δοµή (ονοµαζόµενη αντιγόνο) που υπάρχει στον οργανισµό. Η κερτολιζουµάµπη µπορεί να προσκολλάται σε έναν χηµικό νευροδιαβιβαστή στον οργανισµό, ο οποίος αποκαλείταιπαράγοντας νέκρωσης των όγκων άλφα (TNFα). Ο συγκεκριµένος νευροδιαβιβαστής συµµετέχει στην πρόκληση φλεγµονής και υπάρχει σε υψηλά επίπεδα σε ασθενείς που πάσχουν από ενεργό νόσο του Crohn. Αναστέλλοντας τη δράση του TNFα, η κερτολιζουµάµπη αναµενόταν να βελτιώσει τη φλεγµονή και άλλα συµπτώµατα της νόσου.
Στο CIMZIA, η κερτολιζουµάµπη είναι πεγκυλιωµένη (έχει προσκολληθεί σε µια χηµική ουσία πουονοµάζεται πολυαιθυλενογλυκόλη.) Αυτό µειώνει το ρυθµό απέκκρισης της ουσίας από το σώµα και επιτρέπει µικρότερη συχνότητα χορήγησης του φαρµάκου.
Τι είδους τεκµηρίωση υποβλήθηκε από την παρασκευάστρια εταιρεία προς στήριξη της αίτησης στην CHMP;
Τα αποτελέσµατα του CIMZIA ελέγχθηκαν πρώτα σε πειραµατικά µοντέλα προτού µελετηθούν σε ανθρώπους.
Η αποτελεσµατικότητα της προσθήκης CIMZIA στην ήδη υπάρχουσα θεραπεία συγκρίθηκε µε την προσθήκη εικονικού φαρµάκου (εικονική θεραπεία) σε δύο κύριες µελέτες στις οποίες συµµετείχαν ενήλικες µε µέτρια έως σοβαρή µορφή της νόσου του Crohn.
Η πρώτη µελέτη εξέτασε τη µείωση των συµπτωµάτων κατά τη διάρκεια της «επαγωγικής θεραπείας» σε 660 ασθενείς που δεν είχαν λάβει CIMZIA κατά το παρελθόν. Ο βασικός δείκτης µέτρησης της αποτελεσµατικότητας ήταν η αναλογία ασθενών στους οποίους τα συµπτώµατα είχαν βελτιωθεί ή εξαφανιστεί µετά από έξι και 26 εβδοµάδες.
Η δεύτερη µελέτη εξέτασε τη διατήρηση των αποτελεσµάτων του φαρµάκου σε 428 ασθενείς που είχαν ανταποκριθεί σε αρχική θεραπεία έξι εβδοµάδων µε CIMZIA. Ο βασικός δείκτης µέτρησης της αποτελεσµατικότητας ήταν η αναλογία ασθενών που εξακολουθούσαν να ανταποκρίνονται στην αγωγή µετά από 26 εβδοµάδες.
Ποιες είναι οι σηµαντικότερες ανησυχίες οι οποίες οδήγησαν στην απόρριψη της αίτησης για χορήγηση άδειας κυκλοφορίας από την CHMP;
Τον Νοέµβριο του 2007, η CHMP εξέφρασε την ανησυχία ότι δεν υπήρχαν επαρκείς αποδείξειςσχετικά µε τα οφέλη από τη χρήση του CIMZIA. Στη µελέτη σχετικά µε την επαγωγική θεραπεία, το CIMZIA κατέδειξε µόνο οριακή αποτελεσµατικότητα, η οποία ήταν πολύ χαµηλή ώστε να είναι σηµαντική για τους ασθενείς. Επιπλέον, η µελέτη για τη θεραπεία συντήρησης δεν διήρκεσε αρκετά ώστε να παράσχει σηµαντικές πληροφορίες σχετικά µε τα µακροπρόθεσµα οφέλη του φαρµάκου. Η επιτροπή εξέφρασε επίσης την ανησυχία της σχετικά µε την ασφάλεια του CIMZIA: αν και σε γενικές γραµµές ήταν συγκρίσιµη µε την ασφάλεια άλλων φαρµάκων της ίδιας κατηγορίας, διατυπώθηκαν επίσης ορισµένες ανησυχίες σχετικά µε πιθανό αυξηµένο κίνδυνο αιµορραγίας σεασθενείς που λάµβαναν CIMZIΑ. Επιπλέον, η επιτροπή εξέφρασε την ανησυχία της σχετικά µε το γεγονός ότι η εταιρεία δεν είχε αποδείξει ότι θα µπορούσε να παρακολουθεί την ποιότητα του φαρµάκου σε αποδεκτά επίπεδα.
Τον Μάρτιο του 2008, µετά την επανεξέταση, η CHMP ήρε την ανησυχία της σχετικά µε την ικανότητα παρακολούθησης της ποιότητας του φαρµάκου. Ήρε επίσης την ανησυχία της σχετικά µετον πιθανό αυξηµένο κίνδυνο αιµορραγίας, αλλά διατήρησε τη γενικότερη ανησυχία της σχετικά µε την ασφάλεια του CIMZIA. Οι υπόλοιπες ανησυχίες διατηρήθηκαν. Ως εκ τούτου, τη δεδοµένηχρονική στιγµή, η CHMP διατύπωσε τη γνώµη ότι τα οφέλη του CIMZIA για τη θεραπεία της σοβαρής, ενεργού νόσου του Crohn δεν υπερτερούν των κινδύνων που συνδέονται µε αυτό. Συνεπώς, η CHMP εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για χορήγηση άδειας κυκλοφορίας για το CIMZIA.
Ποιες είναι οι επιπτώσεις από την απόσυρση της αίτησης στους ασθενείς που συµµετέχουν σε κλινικές δοκιµές ή προγράµµατα παρηγορητικής χρήσης µε το CIMZIA;
Η εταιρεία πληροφόρησε την CHMP ότι δεν υπάρχουν συνέπειες για τους ασθενείς που συµµετέχουν επί του παρόντος σε κλινικές δοκιµές ή προγράµµατα παρηγορητικής χρήσης µε το CIMZIA. Εάνσυµµετέχετε σε κλινική δοκιµή ή πρόγραµµα παρηγορητικής χρήσης και χρειάζεστε περισσότερες πληροφορίες σχετικά µε τη θεραπεία σας, συµβουλευτείτε τον γιατρό που σας την χορηγεί.

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

'Best Hospitals' List


ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΣΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ (ΗΠΑ)

1. Johns Hopkins Hospital, Baltimore

2. Mayo Clinic, Rochester, Minn.

3. Ronald Reagan UCLA Medical Center, Los Angeles

4. Cleveland Clinic

5. Massachusetts General Hospital, Boston

6. New York-Presbyterian University Hospitals of Columbia and Cornell

7. University of California, San Francisco Medical Center

8. Brigham and Women’s Hospital

9. Boston and Duke University Medical Center, Durham, N.C.

10. Hospital of the University of Pennsylvania, Philadelphia

11. University of Washington Medical Center, Seattle

12. Barnes-Jewish Hospital/Washington University, St. Louis

13. University of Michigan Hospitals and Health Centers, Ann Arbor

14. UPMC-University of Pittsburgh Medical Center

15. Vanderbilt University Medical Center, Nashville

16. Stanford Hospital and Clinics, Stanford, Calif.

17. University of Chicago Medical Center

18. Cedars-Sinai Medical Center, Los Angeles

19. Yale-New Haven Hospital, New Haven, Conn.


ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΘΗΚΑΝ ΨΗΛΑ ΣΤΗ ΛΙΣΤΑ ΕΞΗ ΤΟΜΕΩΝ :

α. Αντιμετώπιση περιπτώσεων καρκίνου
β. ΩΡΛ
γ. Γαστροεντερολογικές διαταραχές (Best Hospitals: Gastrointestinal Disorders)
δ. Γηριατρική φροντίδα
ε. Γυναικολογικά περιστατικά
στ. Καρδιολογικά και καρδιοχειρουργικά περιστατικά


ΠΩΣ ΒΑΘΜΟΛΟΓΗΘΗΚΑΝ

Στη βαθμολόγηση μέτρησε όχι μόνο το πόσο καλή ήταν η ρουτίνα-καθημερινή αντιμετώπιση των ασθενών , αλλά και κατα πόσο προσέφεραν αξιοσημείωτη φροντίδα και πόσο καλά μπορούσαν να αντιμετωπίσουν "δύσκολες περιπτώσεις σε όλο το φάσμα μιας ειδικότητας".

Μπορείτε να δείτε τη βαθμολόγηση online στο health.usnews.com/sections/health/best-hospitals .


Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2008

Η F.D.A. (US Food and Drug Administration) ερευνά για πιθανή σχέση αντι-TNF και εκδήλωση καρκίνου σε παιδιά και εφήβους


Νομίζω ότι μια δήλωση, όσον αφορά το παρακάτω άρθρο θα ήταν ηθική υποχρέωση κάθε φαρμακευτικής εταιρείας προς τους τελικούς αποδέκτες-ασθενείς-καταναλωτές των σκευασμάτων της. Το ζητά η κοινότητα των ασθενών με νόσο του Crohn και ελκώδη κολίτιδα στον Ελλαδικό αλλά και στο διεθνή χώρο.


Αντί να αναλώνουμε τον πολύτιμο χρόνο μας σε αντιπαραθέσεις του τύπου "Το δικό μας είναι καλύτερο γιατί ..." χωρίς να το βασίζουμε σε συγκεκριμένα επιστημονικά συμπεράσματα κλινικών μελετών που μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα (στα πλαίσια της στατιστικής σημαντικότητας της επιστημονικής έρευνας και της ιατρικής δεοντολογίας), ας μας εξηγήσει - δικαιολογήσει κάποιος γιατί η FDA ασχολείται με αυτό το θέμα.

Αναφέρομαι στα σκευάσματα αντι-TNF

1. της Schering-Plough (US) - Remicade® &
2. της ABBOTT GR - HUMIRA ADALIMUMAB

και στο άρθρο της Παρασκευής, 27 Ιουνίου 2008

"Η F.D.A. (US Food and Drug Administration) ερευνά για πιθανή σχέση αντι-TNF και εκδήλωση καρκίνου σε παιδιά".
πηγή :


Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

Βασικά υποδείγματα της σχέσης γιατρού-ασθενούς. Θεωρητικές προσεγγίσεις.


Σ' αυτήν την πρόσωπο με πρόσωπο επαφή του γιατρού με τον ασθενή, αναμένεται ο
ασθενής να είναι λιγότερο ή περισσότερο παθητικός στην μεταξύ τους αλληλεπίδραση(interaction). Ανάλογα με το βαθμό της παθητικότητας του ασθενούς οι Szasz and Hollander διέκριναν τρία διαφορετικά πρότυπα (models), όσον αφορά τη σχέση γιατρού-ασθενούς.

Στον πρώτο τύπο αλληλεπίδρασης, ενεργητικότητας - παθητικότητας (activitypοssivity model), ο ασθενής είναι εξ ολοκλήρου παθητικός, υποτακτικός, ακινητοποιημένος και παραδομένος στα χέρια του γιατρού. Τέτοια μορφή σχέσης βρίσκεται σε ειδικές καταστάσεις όπως σ' επείγοντα περιστατικά (σοβαρά τραύματα, καταπληξία ή κώμα), στο χειρουργείο ή στην ηλεκτροσπασμοθεραπεία (σε ψυχιατρικούς ασθενείς). Η σχέση αυτή γιατρού-ασθενούς είναι παρόμοια μ' αυτήν του πατέρα και του απροστάτευτου βρέφους του.

Στον δεύτερο τύπο της σχέσης γιατρού-ασθενούς της καθοδήγησης-συνεργασίας(guidance-cooperation model), ο ασθενής είναι μεν λιγότερο παθητικός απ' ότι στην
προηγούμενη κατάσταση, αλλά είναι υπάκουος στις απαιτήσεις του γιατρού και εκτελεί όσα του ζητήσει. Τέτοια σχέση παρατηρείται στα περισσότερα έκτακτα περιστατικά και ιδιαίτερα αυτά που αφορούν εμπύρετες-λοιμώδεις καταστάσεις. Στις καταστάσεις αυτές o ασθενής γνωρίζει τι συμβαίνει γύρω του και είναι ικανός ν' ακολουθήσει τις οδηγίες του γιατρού ασκώντας σε κάποιο βαθμό την κρίση του. Το υπόδειγμα αυτό έχει το πρότυπο του στη σχέση του πατέρα και του παιδιού του (παιδική ή εφηβική ηλικία).

Τέλος στον τρίτο τύπο αλληλεπίδρασης, της ώριμης συμμετοχής, (mutual partίcipation), οι ασθενείς είναι ικανοί ή ζητούν μόνοι τους, να αναλάβουν τη φροντίδα του εαυτού τους. Αυτός ο τύπος αλληλεπίδρασης, που χαρακτηρίζεται από υψηλή συμμετοχή του ασθενούς στη διαχείριση της αρρώστιας, του συναντιέται στα χρόνια νοσήματα όπως η υπέρταση, o σακχαρώδης διαβήτης, η εκφυλιστική αρθροπάθεια κ.α., καθώς και σ΄ όλες τις δραστηριότητες αγωγής υγείας (health education) που ο γιατρός προωθεί μέσα στο ιατρείο του ή στην κοινότητα. Ο τύπος της σχέσης αυτής δεν είναι κατάλληλος για παιδιά ή άτομα με νοητική ανεπάρκεια, ή με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Ο τύπος της σχέσης αυτής είναι παρόμοιος μ' αυτή του ενήλικα προς ενήλικα.

Ποιος από τους τρεις παραπάνω τύπους είναι ο πλέον κατάλληλος για τη σχέση γιατρού-ασθενούς; Ο πρώτος τύπος αφορά τα επείγοντα περιστατικά στα οποία ο ασθενής έχει απώλεια της συνείδησής του. Ο τύπος της καθοδήγησης-συνεργασίας έχει κατάλληλη εφαρμογή στα έκτακτα περιστατικά, στα περισσότερα περιστατικά της παιδικής ηλικίας, σε άτομα με νοητική, ψυχική ή και σοβαρή σωματική ανεπάρκεια (που τα καθηλώνει στο κρεβάτι).
Για τα χρόνια νοσήματα και ιδιαίτερα αυτά που σήμερα ατrοκαλούμε "νοσήματα φθοράς ή πολιτισμού" πλέον κατάλληλος τύπος είναι αυτός της "ώριμης συμμετοχής". Συχνά όμως οι γιατροί προτιμούν για τα χρόνια νοσήματα τον δεύτερο τύπο. Εφόσον όμως πληρούνται οι συνθήκες για την εφαρμογή του τύπου της "ώριμης συμμετοχής" ο γιατρός θα πρέπει να είναι αυτός που σταδιακά - μέσω της εκπαίδευσης του ασθενούς του - θα αναπτύξει περαιτέρω τη μεταξύ τους σχέση.

Ο Friedson [2] ασκεί κριτική στην τυπολογία των Szasz-Ηollander θεωρώντας αυτή λογικά και εμπειρικά ελαττωματική. Η λογική σύμφωνα με τον Friedson [2], υπαγορεύει δυο άλλους τύπους αλληλεπίδρασης μεταξύ γιατρού-ασθενούς:
ένα σύμφωνα με τον οποίο ο ασθενής καθοδηγεί (guides) και ο γιατρός συνεργάζεται - cooperates) και
ένα στον οποίο ο ασθενής είναι ενεργητικός (active) και ο γιατρός παθητικός (passive).
Αν και γενικά τέτοιοι τύποι αλληλεπiδρασης δεν εiναι συχνοί, εν τούτοις σήμερα σε συνθήκες ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις, στις οποίες o ασθενής δίνει οδηγίες και ο γιατρός συνεργάζεται. Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις, που γιατροί από φόβο να μη δυσαρεστήσουν τους ασθενείς τους και τους χάσουν από πελάτες τους (μειώνοντας έτσι το εισόδημά τους) υπακούουν στις απαιτήσεις τους, αναφορικά με την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο, τη διάγνωση της αρρώστιας τους και τη θεραπεία της (2).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Szasz TS and Hοllander ΜΗ, Α Contribution to the Philosophy of Medicine: The Basic
Models of the Doctor-Patient Relationship. Α.Μ.Α. Arch Int Med 1956, 97: 585-592.
2. Friedson Ε. Profession of Medicine: Α study of the sociology of applied knowledge.
Dodd Mead, New York 1972.

Ψυχολογικές αλληλεπιδράσεις στη χρόνια ασθένεια. Νοσηλευτικές παρεμβάσεις στους χρονίως πάσχοντες ασθενείς


1. Ευάγγελος Κ. Γιαβασοπουλος Νοσηλευτής Τ.Ε. Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος Αναισθησιολογίας & Ιατρείου Πόνου
«ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ» Γ.Ν.ΑΤΤΙΚΗΣ, Εργαστηριακός Συνεργάτης Α’ Τμήματος Νοσηλευτικής Τ.Ε.Ι.
ΑΘΗΝΑΣ, Μεταπτυχιακός Φοιτητής Ιατρικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.

2. Παρασκευή Γ. Γουρνη Νοσηλεύτρια Τ.Ε. Αναπληρώτρια Προϊσταμένη στο Γραφείο Νοσηλευτικής Διεύθυνσης «
ΠΑΜΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ» Γ.Ν. ΑΘΗΝΩΝ, Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Ιατρικής Σχολής Ε.Κ.Π.Α.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Οι περισσότερες από τις ασθένειες που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος στις αναπτυγμένες, τουλάχιστον, χώρες είναι χρόνιες. Οι ασθένειες αυτές στη πλειονότητα τους δεν θεραπεύονται οριστικά, αλλά αποτελούν καταστάσεις που προσπαθούμε να ελέγξουμε. Η χρήση φαρμακευτικών σκευασμάτων και οι αλλαγές στη ζωή του ατόμου επιτρέπουν πλέον στους χρονίως πάσχοντες ασθενείς να ζήσουν για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα μια σχεδόν «φυσιολογική» ζωή, παρόλο που το χρόνιο νόσημα εξακολουθεί να τους συνοδεύει.
Είναι ήδη γνωστό σε όλη τη διεπιστημονική ομάδα υγείας ότι οι χρονίως πάσχοντες ασθενείς παρουσιάζουν μια τεράστια ποικιλία και διαφοροποίηση συμπεριφορών και βιώνουν πληθώρα βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών προβλημάτων. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε τους ερευνητές στο να αναπτύξουν ένα ευρύ φάσμα θεωρητικών προσεγγίσεων και κλινικών εφαρμογών, με βασικό γνώμονα των προσπαθειών τους την διατήρηση της ποιότητας στη ζωή τόσο των ασθενών που υποφέρουν από χρόνια νοσήματα όσο και του οικογενειακού τους περιβάλλοντος.
Η παρούσα βιβλιογραφική ανασκόπηση σκοπό έχει να διερευνήσει όλους τους παράγοντες που αλληλεπιδρούν στην ψυχολογία του ατόμου κατά την εκδήλωση ενός χρόνιου νοσήματος, να αναφέρει όλους τους τρόπους προσαρμογής στη νέα κατάσταση, και να επισημάνει τις νοσηλευτικές παρεμβάσεις που συμβάλλουν θετικά στην αποδοχή της χρόνιας νόσου.
Η εκπαίδευση των ασθενών με χρόνιες ασθένειες αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της άρτιας θεραπευτικής αντιμετώπισης. Η αποδοχή από τον ασθενή των αλλαγών που απαιτούνται στον τρόπο ζωής του είναι ευκολότερη εφόσον αυτός έχει κατανοήσει πλήρως τη φύση της νόσου του, τη σοβαρότητα της κατάστασης του και του ρόλου που διαδραματίζει η σωστή συνεργασία με τους λειτουργούς υγείας.

ΛΕΞΕΙΣ­ ΚΛΕΙΔΙΑ: Χρόνια ασθένεια, ψυχολογικές αλληλεπιδράσεις, εκπαίδευση χρονίως ασχόντων, νοσηλευτικές παρεμβάσεις.

ΟΛΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ :
http://www.vima-asklipiou.gr/volumes/2008/VOLUME%2001_08/CHRONIC-PATIENT.pdf

Προαγωγή Υγείας: Ιστορική Εξέλιξη


Σ’ αυτήν τη βιβλιογραφική ανασκόπηση παρουσιάζεται η εξέλιξη του ορισμού της υγείας, η οποία εξετάζεται ως θετική έννοια και όχι απλώς ως η απουσία νόσου ή αναπηρίας. Η προαγωγή υγείας ως όρος είναι σχετικά πρόσφατος αλλά ως έννοια προϋπήρχε και θεωρείται ως συνέχεια της δημόσιας υγείας.
Η προαγωγή υγείας βασίζεται σε νέα φιλοσοφία, που εστιάζει όχι μόνο στην ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά και στους κοινωνικοοικονομικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν το επίπεδο υγείας και την ποιότητα ζωής. Έχει αναγνωριστεί ότι η προαγωγή υγείας δεν είναι υπηρεσία υγείας, αλλά παγκόσμιο δικαίωμα και επομένως όλοι, επαγγελματίες, χρήστες των υπηρεσιών υγείας και η πολιτεία θα έπρεπε να κατευθύνουν όλες τις προσπάθειές τους στην επίτευξη καλύτερης υγείας για όλους. Ήδη έχουν αφιερωθεί σημαντικές προσπάθειες από διεθνείς οργανισμούς και εθνικές κυβερνήσεις και μεταξύ αυτών και τη χώρα μας, στην εγκαθίδρυση πολιτικών κατάλληλων για την επίτευξη καλύτερης υγείας μέσω της προαγωγής υγείας.
Λέξεις κλειδιά: υγεία, προαγωγή υγείας, δημόσια υγεία, Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.

Εισαγωγή

Η υγεία θεωρήθηκε και θεωρείται από όλους τους ανθρώπους σε όλες τις εποχές και από όλους τους πολιτισμούς, ως ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία μιας πλήρους και ευτυχισμένης ζωής. Η έννοια της υγείας στη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας μπορεί να διέφερε στους διάφορους πολιτισμούς, από τους περισσότερους όμως εθεωρείτο ολιστικά ως η αρμονία μέσα στο άτομο και μεταξύ του ατόμου και του περιβάλλοντος που ζούσε1-3. Σ’ αυτό το πλαίσιο, κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες θεωρούνταν βασικοί συντελεστές επιρροής της υγείας των ανθρώπων, αν και η σχέση π.χ. μεταξύ των επιδημιών λοιμωδών νοσημάτων και των ανθυγιεινών συνθηκών διαβίωσης δεν είχε κατανοηθεί και στο μυαλό των απλών ανθρώπων οι επιδημίες συχνά αποδίδονταν σε θεϊκές δυνάμεις ως τιμωρία για τις αμαρτίες τους. Η εξέλιξη της επιστημονικής σκέψης στη διάρκεια του 18ου αιώνα είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων εξελίξεων, τη συνεχή πρόοδο της ιατρικής, που άρχισε να λαμβάνει υπόψη της τις διαφορετικές προσεγγίσεις στη μελέτη των αιτίων της νόσου. Η μηχανιστική άποψη ήταν προεξάρχουσα στην ερμηνεία της υγείας και της νόσου και αν και συνέβαλε σταδιακά στην επίλυση κάποιων προβλημάτων, όπως η δραματική μείωση της θνησιμότητας και νοσηρότητας από τα λοιμώδη νοσήματα, είχε επίσης ως αποτέλεσμα την αντίληψη ότι υγεία ήταν μόνον η έλλειψη νόσου ή αναπηρίας. Αυτή η αντίληψη υιοθετήθηκε από τους επαγγελματίες υγείας αλλά και το κοινό και σ’ αυτήν ακόμη και σήμερα βασίζεται η οργάνωση των περισσοτέρων συστημάτων φροντίδας υγείας4-7.
Τι είναι υγεία

Πριν προχωρήσουμε στη διερεύνηση της καταγωγής της Προαγωγής Υγείας, θεωρείται απαραίτητο να εξεταστεί η έννοια της υγείας. Οπως παρουσιάστηκε στην εισαγωγή η υγεία ήταν ανέκαθεν για τους ανθρώπους βασικό χαρακτηριστικό της ζωής, παρ’ όλο που ο ορισμός της εξαρτιόταν από τις εποχές και τις πολιτισμικές επιρροές. Η ανάπτυξη όμως των επιστημών τους τελευταίους δύο αιώνες και η ευκολότερη καταγραφή των απόψεων των ανθρώπων, οδήγησε και στην προσπάθεια ορισμού της υγείας.
Παρ’ όλα αυτά ο όρος υγεία ακόμη και σήμερα, εξακολουθεί να μην έχει έναν κοινά αποδεκτό ορισμό. Πρώτη απόπειρα για επίτευξη ομοφωνίας έγινε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ.), ο oποίος το 1946 στην ιδρυτική του διακήρυξη όρισε την υγεία ως “την κατάσταση πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας, όχι μόνον την απουσία νόσου ή αναπηρίας”. Αυτός ο ορισμός προκάλεσε σημαντικό κριτικό διάλογο στα χρόνια που ακολούθησαν, κυρίως επειδή δέχεται την υγεία ως μία κατάσταση πληρότητας, η οποία χαρακτηρίζεται ως ουτοπική. ΄Ομως παρά την κριτική, ορισμοί της υγείας που έχουν δοθεί από διάφορους συγγραφείς, καθώς και από απλούς ανθρώπους μεταπολεμικά, αποδέχονται τη θετική έννοια της υγείας που εμπεριέχεται σ' αυτό τον ορισμό, ο οποίος για πρώτη φορά δεν περιορίστηκε στην αντιμετώπιση ή στην πρόληψη της νόσου.
Ο Π.Ο.Υ. συνέχισε να αναθεωρεί και διορθώνει αυτό τον ορισμό στα χρόνια που ακολούθησαν, πάντα όμως βασιζόμενος στην ουσία του προαναφερθέντος ορισμού. Στη διακήρυξη της Ottavva για την Προαγωγή Υγείας17, η υγεία ορίζεται ως η ικανότητα του ατόμου, της ομάδας ή της κοινότητας “να αναγνωρίζει και να κατανοεί φιλοδοξίες, να ικανοποιεί ανάγκες και να τροποποιεί ή να συμβιβάζεται με το περιβάλλον”. Η υγεία σ’ αυτό τον ορισμό γίνεται αντιληπτή ως μία δυναμική διαδικασία, που μπορεί να βελτιώνεται σε διαφορετικά επίπεδα, ανάλογα με τις υπάρχουσες εξωτερικές επιρροές, όπως “ειρήνη, κατοικία, εκπαίδευση, εισόδημα, ένα σταθερό οικοσύστημα, ανανεούμενες πηγές ενέργειας, κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα”.
Ο Noack και η Simmons ανασκόπησαν διάφορους ορισμούς της υγείας, που έχουν δοθεί από συγγραφείς επηρεασμένους από τις δυτικές αντιλήψεις και κατέληξαν σε παρόμοια συμπεράσματα για τον τρόπο που παρουσιάζεται η υγεία σ’ αυτούς. Κοινά χαρακτηριστικά που εντοπίστηκαν στους ορισμούς πoυ εξετάστηκαν είναι η ολιστική αντίληψη της υγείας και η πολλαπλότητα των διαστάσεων που η υγεία περικλείει.
Αυτές οι διαστάσεις που πηγάζουν από τις ακόλουθες θεωρητικές προσεγγίσεις και αναφέρονται σε άτομα ή ομάδες είναι:

α - η βιοϊατρική, στην οποία η υγεία θεωρείται ως έλλειψη νόσου ή αναπηρίας,
β - η ψυχολογική, στην οποία η υγεία θεωρείται ως η ικανότητα να εκπληρώνει κάποιος τους ρόλους που του αναλογούν, ή να προσαρμόζεται στις καταστάσεις της ζωής και,
γ - η κοινωνιολογική, στην οποία ο πολιτισμός και το περιβάλλον εξετάζονται ως βασικοί συντελεστές επιρροής της υγείας.

Πέρα όμως από την υγεία, που ορίζεται ανάλογα με την κατανόηση του όρου από διαφορετικούς συγγραφείς, η έννοια της ευεξίας (wellness) συζητείται επίσης πιο πρόσφατα. Ως ευεξία θεωρείται η διαδικασία βελτιστοποίησης της υγείας και χρησιμοποιείται εναλλακτικά με τον όρο υγεία. Οι Jensen και Allen υποστηρίζουν ότι η ευεξία εκφράζει την υποκειμενική αντίληψη της υγείας κατ’ αναλογία με τις έννοιες νόσος (αντικειμενική) και αρρώστια (υποκειμενική). Φαίνεται επομένως, ότι ο όρος προστέθηκε στο λεξικό Προαγωγής Υγείας λόγω της παραδοχής ότι για ερευνητικούς σκοπούς χρειάζεται μια μετρήσιμη ποιότητα της υγείας, όπως επίσης για να εξηγηθούν οι παρατηρούμενες διαφορές στον τρόπο που τα άτομα περιγράφουν την κατάσταση της υγείας τους.

Ιστορική εξέλιξη της έννοιας της προαγωγής υγείας

Η άσκηση της παραδοσιακής ιατρικής και νοσηλευτικής φροντίδας στα νοσοκομεία εξακολουθεί ν’ αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της φροντίδας υγείας. ΄Ομως η βελτίωση του επιπέδου υγείας που παρουσιάζεται στη διάρκεια του αιώνα μας, κυρίως μεταπολεμικά, παράλληλα με την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη που αρχικά οδήγησε σε καλύτερη περίθαλψη, μεταξύ άλλων οδήγησαν και στην αλλαγή της αντίληψης ότι υγεία είναι μόνο η έλλειψη νόσου ή αναπηρίας. Η ανάγκη για επαναπροσανατολισμό των συστημάτων φροντίδας, ήταν φυσικό επακόλουθο αυτής της αλλαγής αντιλήψεων.
Επιπρόσθετα η αναγνώριση ότι η πρόληψη είναι προτιμότερη της θεραπείας, αφού συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής, αλλά και οικονομικότερη επιλογή στην παροχή φροντίδων υγείας, αφού δεν απαιτεί πολυδάπανες παρεμβάσεις και μακροχρόνια φροντίδα, ειδικά για τα χρόνια νοσήματα, οδήγησε στην παραδοχή ότι η νοσοκομειακή φροντίδα είναι μεν απαραίτητη αλλά όχι πανάκεια. Επομένως θα έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα σε άλλες μορφές φροντίδων υγείας που θα είναι συγχρόνως χρήσιμες και οικονομικότερες.
Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (Π.Φ.Υ.) αποτελεί αυτή τη νέα κατεύθυνση και σύμφωνα με τη διακήρυξη της Αλμα-Ατα είναι “βασική παροχή φροντίδας υγείας προσιτή σ' όλους - άτομα και οικογένειες στην κοινότητα - με μέσα αποδεκτά σ’ αυτούς, μέσα από την πλήρη συμμετοχή τους και σε κόστος που η κοινότητα και η χώρα μπορούν να επωμιστούν”. Αυτή η εξέλιξη έχει επίσης οδηγήσει στη διαφορετική αντιμετώπιση του πολίτη από απλό αποδέκτη των προσφερόμενων υπηρεσιών υγείας σε ενεργό συμμέτοχο. Συγχρόνως έδωσε το έναυσμα για εστίαση σε φροντίδες υγείας που βελτιώνουν το επίπεδο υγείας και ζωής και που σ’ αυτές συμπεριλαμβάνονται η πρόληψη, η πληροφόρηση - αγωγή υγείας και η προστασία της υγείας.
Ο όρος Προαγωγή Υγείας είναι σχετικά πρόσφατος. Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στον Καναδά το 1974, αν και ως έννοια μπορεί ν’ ανιχνευθεί σε διάφορα κείμενα νωρίτερα6. ΄Εκτοτε έχει χρησιμοποιηθεί σε διάφορα κείμενα διεθνών και εθνικών οργανισμών αλλά έγινε δημοφιλής στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Η Προαγωγή Υγείας συχνά αναφέρεται ότι αποτελεί νέο κίνημα. Παρ’ όλα αυτά, είναι γενικά παραδεκτό ότι κατάγεται από το κίνημα της Δημόσιας Υγείας που στη σύγχρονη μορφή του διαμορφώθηκε το 19ο αιώνα.
Η άποψη ότι το κίνημα Προαγωγής Υγείας έχει τις ρίζες του στη Δημόσια Υγεία και ότι αναπτύχθηκε ως αποτέλεσμα των μεταπολεμικών εξελίξεων, έχει συζητηθεί από τη Herberg η οποία θεωρεί τη μελέτη του Framingham που ξεκίνησε το 1947 - και ως σκοπό είχε να εξετάσει τη συσχέτιση νόσου και παραγόντων κινδύνου -, ως μία από τις βασικές επιρροές στην ανάπτυξή του. Η ίδια συγγραφέας αναφέρεται επίσης την έκθεση του υπουργού υγείας των Η.Π.Α. του 1964, που προειδοποιούσε για τους κινδύνους για την υγεία από το κάπνισμα και η οποία είχε ως αποτέλεσμα την απαγόρευση της διαφήμισης τσιγάρων από την τηλεόραση. Θεωρεί επίσης ότι σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της Προαγωγής Υγείας έπαιξαν τα μεταπολεμικά κινήματα που σχετίζονται με τη γυναικεία απελευθέρωση, την αυτοβοήθεια, την προστασία του καταναλωτή και τα δικαιώματα του πολίτη. Το αποτέλεσμα ήταν η ανάπτυξη του κινήματος Προαγωγής Υγείας, που συμπεριλαμβάνει τις έννοιες της Αγωγής Υγείας και της Πρόληψης της νόσου, αλλά επίσης τη θετική έννοια της υγείας που εκφράζεται από την κίνηση για ευεξία και αυτοτελή ανάπτυξη του ατόμου και βασίζεται στην αυτοφροντίδα, την ατομική υπευθυνότητα και την ελεύθερη επιλογή.

Το κίνημα Προαγωγής Υγείας στο διεθνή χώρο

Ο Lalonde εισήγαγε την ιδέα ότι τέσσερα αλληλοεπιδρώντα στοιχεία συνδέονται με όλες τις αιτίες νόσου και θανάτου. Αυτά τα στοιχεία είναι:
α) οι ανεπάρκειες των υπαρχόντων συστημάτων υγείας,
β) ο μη υγιεινός τρόπος ζωής,
γ) οι περιβαλλοντικοί κίνδυνοι και,
δ) οι ανθρώπινοι βιολογικοί παράγοντες.
Αυτό το κείμενο θεωρείται το σημαντικότερο στην ανάπτυξη του κινήματος Προαγωγής Υγείας, διότι ήταν το πρώτο επίσημο έγγραφο στις μέρες μας, που αποδέχτηκε τους κοινωνικοοικονομικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες ως συνυπεύθυνους για την κατάσταση της υγείας του ανθρώπου, επιπλέον των ήδη αποδεκτών από τη βιοϊατρική και ψυχοκοινωνική θεώρηση. Αντίθετα, η έκθεση του υπουργού υγείας των ΗΠΑ, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο τρόπος ζωής αποτελούσε τον πρωταρχικό και σημαντικότερο παράγοντα στην πρόκληση της νόσου και επομένως προτεραιότητα θα έπρεπε να δοθεί στην πρόληψή της. Αυτή η αναφορά διέκρινε την προαγωγή υγείας από τη θεραπεία και την πρόληψη της νόσου και εξακολουθεί έως σήμερα να επηρεάζει την επιστημονική σκέψη στις ΗΠΑ25. Η προαγωγή υγείας, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη έκθεση αναφέρεται σε υγιείς ανθρώπους που επιδιώκουν να διατηρήσουν και να βελτιώσουν το επίπεδο υγείας τους, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με την αντίληψη ότι κάθε υπηρεσία που στοχεύει σε καλύτερη υγεία πρέπει να αποτελεί πανανθρώπινο δικαίωμα.
Κατά τη δεκαετία τσυ 1980 η προαγωγή υγείας έγινε το αντικείμενο εθνικών και διεθνών πολιτικών καθώς και διεθνών συνεδρίων. Κείμενα όπως το “στόχοι για υγεία για όλους το 2000″ από το Ευρωπαϊκό Γραφείο του Π.Ο.Υ. και ο Χάρτης της Ottawa για την προαγωγή υγείας ήταν το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής. Σ’ όλα αυτά τα κείμενα η προαγωγή της υγείας δεν εξετάζεται μόνον ως υπηρεσία υγείας, ως μία ευρύτερη κίνηση που εμπεριέχει ένα σύνολο δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν θετικά την ανθρώπινη υγεία και ζωή. Στον πίνακα παρουσιάζονται δύο από τους στόχους για “Υγεία για Ολους το 2000″, οι οποίοι εστιάζουν στην προαγωγή υγείας.

Πίνακας. Στόχοι για “Υγεία για Όλους”
Στόχος : Προαγωγή της Υγείας
Ως το έτος 2000, θα πρέπει να προωθηθεί σε όλα τα κράτη-μέλη ευρεία και αποτελεσματική εκπαίδευση και πρακτική πάνω στην Προαγωγή της Υγείας με σκοπό τη βελτίωση του δημόσιου και επαγγελματικού επιπέδου υγείας και την ενίσχυση της ενημέρωσης πάνω στην υγεία σε άλλους τομείς.Στόχος 16: Υγιεινή ζωήΩς το έτος 2000, σε όλα τα κράτη-μέλη θα πρέπει να υπάρξει μια συνεχής προσπάθεια να προαχθούν δραστικά και να στηριχθούν υγιείς τρόποι ζωής με τη σωστή διατροφή, κατάλληλη φυσική άσκηση, υγιή σεξουαλική ζωή, συγκράτηση του άγχους και άλλων θεωρήσεων για μια υγιή συμπεριφορά.

Ο ορισμός που δόθηκε στο συνέδριο της Ottawa17 “προαγωγή υγείας είναι η διαδικασία που δίνει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να ελέγχουν και να βλτιώνουν την υγεία τους”, δίνει έμφαση στους κοινωνικούς και προσωπικούς πόρους αλλά και στις φυσικές δυνατότητες του ατόμου και θεωρείται ως πηγή για την καθημερινή ζωή, όχι ο κύριος σκοπός της.

Βασική φιλοσοφία του χάρτη της Ottawa είναι να:

“- το να προστίθενται χρόνια στη ζωή,
- να προστίθεται ζωή στα χρόνια”.
Για να γίνει πραγματικότητα αυτή η φιλοσοφία απαιτείται όλες οι χώρες να λάβουν μέτρα που στοχεύουν σε:
“- δημόσια πολιτική: από τους υπεύθυνους για την υιοθέτηση πολιτικών σ’ όλα τα επίπεδα, όχι μόνο στην κυβέρνηση αλλά και άλλες δημόσιες αρχές και τη βιομηχανία, να λαμβάνεται υπόψη η υγεία κατά το σχεδιασμό αυτών των πολιτικών,
- υγιές περιβάλλον: με τη συνεχή βελτίωση του φυσικού περιβάλλοντος -στο σπίτι, στο σχολείο, στο χώρο εργασίας, στο δρόμο, στις διακοπές και στον ελεύθερο χρόνο, σε δημόσιους χώρους- ώστε να συμβάλει στην προαγωγή της υγείας,
- υγιή τρόπο ζωής: με την αύξηση της γνώσης και κατανόησης για τον τρόπο που οι συνήθειες της ζωής επηρεάζουν την υγεία οικογενειών και ατόμων, ώστε να τους δοθεί η δυνατότητα να το επιτύχουν,
- υπηρεσίες υγείας υψηλής ποιότητας: με την αναγνώριση και κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού και την εξασφάλιση της κατάλληλης ισορροπίας μεταξύ προαγωγής της υγείας, πρόληψης της αρρώστιας, θεραπείας, φροντίδας και αποκατάστασης”.

Η πολιτική προαγωγής της υγείας του Π.Ο.Υ. συνεχίζεται αδιάκοπα και επιβεβαιώθηκε πρόσφατα στο Διεθνές Συνέδριο της Jacarta. Είναι επομένως φανερό ότι το κίνημα προαγωγής υγείας έχει αρχίσει να ριζώνει βαθιά, τουλάχιστο στις χώρες που έχουν λύσει τα προβλήματα που σχετίζονται με τις βασικές ανάγκες της ζωής και όλο και με μεγαλύτερη συχνότητα βλέπουμε την υιοθέτηση εθνικών και διεθνών πολιτικών που βασίζονται στα προαναφερόμενα.

Η Προαγωγή Υγείας στη χώρα μας

Η εξέλιξη της παροχής φροντίδων υγείας στη χώρα μας δεν έχει πρωτοτυπήσει μέχρι σήμερα, σε σύγκριση με τα προαναφερθέντα. Η κύρια διαφορά είναι η μεγαλύτερη καθυστέρηση στη μεταπολεμική κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη και στην υιοθέτηση των νέων αντιλήψεων για την υγεία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η ιδέα για την υιοθέτηση ενός συστήματος υγείας άρχισε να ωριμάζει και έγινε γεγονός με το νόμο 1397/83 για το ΕΣΥ. Στο νόμο αυτό η Π.Φ.Υ. αναγνωρίζεται ως η βασική φροντίδα υγείας και τίθενται οι βάσεις για την ανάπτυξή της. Τα κέντρα υγείας θεσπίστηκαν ως η βασική μονάδα παροχής φροντίδων υγείας, ενώ ο Γενικός Γιατρός και η ομάδα Π.Φ.Υ. ως οι φορείς πραγμάτωσής της, παρ’ όλο που η υλοποίηση, ειδικά της επαρκούς στελέχωσης και λειτουργίας, ποτέ μέχρι σήμερα δεν επιτεύχθηκε.
Η προαγωγή υγείας και στη χώρα μας έχει αποτελέσει πεδίο σκέψης και συζήτησης από τα μέσα της δεκαετίας του 198032, αν και μέχρι πρόσφατα ο όρος που χρησιμοποιείτο για να την ορίσει ήταν αυτός της Αγωγής Υγείας. Πιο πρόσφατα άρχισε να χρησιμοποιείται ο περιφραστικός όρος Προαγωγή και Αγωγή της Υγείας, όπου γίνεται και αναφορά στην Προαγωγής Υγείας όπως αυτή ορίζεται από τον Π.Ο.Υ. στον καταστατικό χάρτη της Ottawa.

Ο νόμος 2071/9235 αναφέρεται στην Αγωγή Υγείας και από τον τρόπο που αυτή ορίζεται φαίνεται να διατηρείται η παλαιότερη αντίληψη ότι ο ρόλος της αγωγής υγείας εστιάζει στην πρόληψη της νόσου. Το 1994 συστάθηκε επιτροπή για τη μελέτη της ανάπτυξης της Προαγωγής και Αγωγής Υγείας στη Χώρα μας36. Οι προτάσεις της επιτροπής κατατέθηκαν στο Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας και συμπεριλαμβάνουν μετονομασία της Διεύθυνσης Αγωγής Υγείας σε Προαγωγής και Αγωγής Υγείας, καθώς και τη δημιουργία Εθνικού Κέντρου Προαγωγής και Αγωγής Υγείας. Το Κέντρο αυτό προτείνεται να είναι αυτόνομο και ως σκοπό να έχει την υποστήριξη, το συντονισμό και την ανάπτυξη της Προαγωγής και Αγωγής Υγείας. Φαίνεται ότι μέρος αυτών των προτάσεων γίνεται προσπάθεια να υλοποιηθούν με τα δίκτυα Π.Φ.Υ. που θεσμοθετούνται με το νόμο 2519/1997.

Παράλληλα με τις θεσμικές παρεμβάσεις το ενδιαφέρον επαγγελματιών και κοινού έχει αρχίσει να γίνεται εντονότερο εδώ και αρκετό καιρό και ποικίλα προγράμματα προαγωγής υγείας οργανώνονται και λειτουργούν από κρατικούς και ιδιωτικούς μη-κερδοσκοπικούς οργανισμούς, σύμφωνα με ανακοινώσεις σε επιστημονικές συναντήσεις, αλλά και δημοσιεύσεις.
Η προαγωγή υγείας όμως για να αναπτυχθεί και να καρποφορήσει και στη χώρα μας έχει ανάγκη από συντονισμένες ενέργειες. Κεντρικές υπηρεσίες προαγωγής υγείας χρειάζονται για να συντονίζουν περιφερειακά και εθνικά προγράμματα, αλλά και για τη δημιουργία και παροχή των απαραίτητων πόρων για την επιτυχία αυτών των προγραμμάτων. Βασικοί συντελεστές σ' αυτή την προσπάθεια πρέπει να είναι ο Γενικός Γιατρός και οι άλλοι επαγγελματίες υγείας που απαρτίζουν την ομάδα Π.Φ.Υ. Μονάδες δε αναφοράς πρέπει να γίνουν τα κέντρα υγείας και τα προγράμματα που θα αναπτύσσονται και εφαρμόζονται θα πρέπει να βασίζονται στις διαπιστωμένες ανάγκες του πληθυσμού που κάθε κέντρο υγείας εξυπηρετεί.

Τέλος, να τονίσουμε ότι η συμμετοχή του πληθυσμού θα πρέπει να είναι ενεργός σε όλα τα στάδια ανάπτυξης των προγραμμάτων προαγωγής υγείας, από τη διαπίστωση των αναγκών τους, έως την αξιολόγηση των προγραμμάτων που εφαρμόστηκαν.
Συμπεράσματα
Η υγεία διαχρονικά έχει οριστεί ολιστικά και η αντίληψη αυτή είναι η επικρατούσα στις μέρες μας, παρ' όλο που ο ορισμός της εξακολουθεί ν’ αποτελεί πεδίο συζήτησης. Η προαγωγή υγείας ως νέα φιλοσοφία υγείας ήταν το αποτέλεσμα της κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης και της υιοθέτησης της ολιστικής αντίληψης της υγείας.
Στη χώρα μας, αν και με μια σχετική καθυστέρηση, η εγκαθίδρυση ενός καθολικού συστήματος υγείας είχε ως αποτέλεσμα και την υιοθέτηση της Π.Φ.Υ. ως βασικής φροντίδας υγείας μέσω των κέντρων υγείας. Η έλλειψη όμως πόρων και πολιτικής βούλησης, παράλληλα με την έλλειψη στελεχών, κυρίως Γενικών Γιατρών, μέχρι σήμερα και παρά τις διαδοχικές νομοθετικές παρεμβάσεις έχει εμποδίσει την πλήρη ανάπτυξη της Π.Φ.Υ.
Η προαγωγή υγείας που στοχεύει στη βελτίωση της υγείας και στην ελάττωση των διαφορών μεταξύ ατόμων μέσα σ’ ένα κοινωνικό σύνολο, θεωρείται και στη χώρα μας σημαντικός παράγοντας στην ανάπτυξη της Π.Φ.Υ. Προς το παρόν όμως περιορίζεται σε νομοθετικές ρυθμίσεις από την πλευρά της πολιτείας αφ’ ενός και αφ’ ετέρου στις μεμονωμένες προσπάθειες ομάδων που λειτουργούν είτε στα πλαίσια του ΕΣΥ είτε ιδιωτικών φορέων. Η πλήρης ανάπτυξη των δικτύων Π.Φ.Υ. όπως προβλέπεται στην πρόσφατη νομοθεσία, θα μπορούσε ν’ αποτελέσει το αισιόδοξο μέλλον για την Π.Φ.Υ. αλλά και για την ανάπτυξη της προαγωγής υγείας και στη χώρα μας.

Βιβλιογραφία
1. L.R. Kass. Regarding the end of medicine and the pursuit of health”, ιn Caplan et al (eds.). “Concepts of Health and Disease. Interdisciplinary perspectives”. Redding MA: Addisson-Wesley Publishing Co, p: 15, 1981.2. P.V. Moore, GC Williamson. Health Promotion. Evolution of a concept. Nursing Clin of North America, 19: 195-206, 1984.3. C. Grasser, B.J.G. Craft. The patient’s approach to wellness. Nursing Clinics of North America, 191: 207-281, 1984.4. H. Noack. “Concepts of health and health promotion”, in Abelin et al (eds.): “Measurement in health promotion and protection” Copenhagen: WHO Reg. Publ. European Series, No: 22, p: 5-28, 86, 1987.5. S.J. Simmons. Health: a concept analysis. International Joumal of Nursing Studies, 26: 155-161, 1989.6. P.L. Herberg. “A critical analysis of the health promotion movement and implications for nursing”. Unpublished Ph.D. Thesis, Univ. of Utah, 1989.7. S. Thorne. Health belief systems in perspective. Joumal of Advanced Nursing. 18: 1031-1041, 1993.8. L. Jensen, M. Allen. Wellness: The dialectic of illness. Image: Journal of Nursing Scholarship, 25: 220-224, 1993.9. A. Antonovsky. “Health, stress and coping”. San Francisco: Jossey-Bass, 1979. p: 52-55.10. R. Dubos. “Man adapting”. New Haven: Yale University Press, 1980, p: 346.11. C. Whitbeck. “A theory of health in Caplan et al (ed.): “Concepts of Health and Disease. Interdisciplinary perspectives”. Redding, MA: Addisson-Wesley Publishing Co. 1981, p: 616-617.12. E. de Leeuw. Concepts in Health promotion: the notion of relativism. Social Science Medicine, 29: 1281-88, 1989.13. S. Stachtchenko, M. Jenicek: Conceptual differences between prevention and health promotion: Research implications for community health programmes. Canadian Joumal of Public Health, 81: 53-59, 1990.14. R. Williams. Concepts of health: An analysis of lay logic. Sociology, 17: 185-205, 1983.15. WHO: “Alma-Ata. Primary Health Care” Geneva: WHO, Health for All Series, No 1, 1978.16. WHO: “The 38 targets of the European region”. Copenhagen: WHO European Regional Office, 1985.17. WHO: “The Ottawa Charter for Health Promotion”, in Kaplun A (ed.): “Health Promotion and Chronic Illness. Discovering a New Quality of Health” Copenhagen: WHO Regional Office for Europe, European Series No: 44, 1992, p: 2.18. B. Neuman B. “The Neuman Systems Model”, 2nd Edition. Notwalk, Conn: Appleton and Lange, 1989.19. Γ. Τούντας. Νόσος-Αρρώστια-Ασθένεια. Νέα Υγεία, 9: 13, 1995.20. Ε. Mωραΐτης, Τ. Κουρή-Ζαραφωνίτη, Μ.Π. Μερκούρης: Κέντρα Υγείας: Ο νέος θεσμός για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, 1: 5-23, 1986.21. M. Lalonde. “A New perspective on the Health of Canadians”. Ottawa: Information Canada, 1974.22. US Department of Health, Education and Welfare: “Healthy people: The Surgeon General’s Report on Health Promotion and Disease Prevention”. US Dept. of Health, Education and Welfare Publication. No (PHS) 79-55071. YS Public Health Service, 1979.23. L.W. Green, L. Reaburn. “Contemporary developments in health promotion. Definitions and challenges”, in Bracht N (ed.): “Health Promotion at the community level” Newbury Park: Sage Publications, p: 33, 39, 43, 1990.24. G. MacDonald, R. Bunton. “Health Promotion. Discipline or disciplines?”, in Bunton R and MacDonald G (eds.): “Health Promotion: Disciplines and Diversity” London: Rutledge, p: 11, 17, 1992.25. B.H. Brubaker. Health Promotion: a linguistic analysis. Advances in Nursing Science. April: 1-14, 1983.26. DHSS: “Promoting Better Health. The Government’s programme for improving Primary Health Care”. London: HMSO, 1987.27. DoH: “The Health of the Nation” London: HMSO, 1992.28. WHO: “The Adelaide Recommendations: Healthy Public Policy”. Copenhagen: WHO Regional Office for Europe, 1988.29. U. McKie, M. AI-Bashir, T. Anagnostopoulou, P. Csepe, A. El-Asfahani, H. Fonseca et al: Defining and assessing risky health behaviours. Journal of Advanced Nursing, 18: 1911-1916, 1993.30. Π.Ο.Υ.: Στόχοι για “υγεία για όλoυς” Πολιτική υγείας για την Ευρώπη. Π.Ο.Υ. Περιφερειακό Γραφείο της Ευρώπης, 1991.31. WHO: The Jacarta Declaration on Health Promotion into the 21st Century. Jacarta, 21-25/7/97.32. Υπ. Υγείας & Πρόνοιας, Υφυπ. Νέας Γενιάς & Αθλητισμού: “Αγωγή Υγείας. Στόχοι, Περιεχόμενο, Μέθοδοι”. Αθήνα, 1985.33. Συμπόσιο “Μέθοδοι αγωγής υγείας” Αθήνα, 14-15/10/88.34. Κ. Σώκου. “Οδηγός αγωγής και Προαγωγής της υγείας. Πρότυπο πρόγραμμα “αλκοόλ και ατύχημα”. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1994.35. Νόμος 2071/1992: Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγειάς. ΦΕΚ 123/Α/1992.36. Μαλιώρη και συν: Για την ανάπτυξη της Προαγωγής και Αγωγής Υγείας. Νέα Υγεία, 9: 4-5, 1995.37. Νόμoς 2519/1997: Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός του Εθνικού Συστήματος Υγείας, οργάνωση των υγειονομικών υπηρεσιών, ρυθμίσεις για το φάρμακο και άλλες διατάξεις. ΦΕΚ 165/Α/1997.
Π. ΣουρτζήΕπισκέπτρια Υγείας/Νοσηλεύτρια, Πτυχιούχος Παν. Αθηνών, M. Sc. & Ph. D. Πανεπιστημίου Birmingham, Αγγλία, Εκτακτη Καθηγήτρια Εφαρμογών, Τμήμα Επισκεπτριών/ών Υγείας, ΤΕΙ Αθήνα
Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας 1998, 10(4): 179-185

Εναλλακτική και θαυματουργική ιατρική: από το μύθο στο λόγο

Ν. ΚΟΥΤΟΥΒΙΔΗΣ*, Α. ΦΩΤΙΑΔΟΥ*, Θ. ΧΑΛιΩΤΗΣ**, Ι. ΜΑΥΡΑΚΗ***
* Ψυχίατροι, Ν.Ε.Ε.Σ. Κοργιαλένειο - Μπενάκειο, Ψυχιατρικό Τμήμα.
** Ιστορικός.
*** Ειδικευόμενη Ψυχολόγος.

Περίληψη
Τα τελευταία χρόνια ανθεί η εναλλακτική ιατρική, ως σύνολο μεθόδων που κείνται πέρα από την κατεστημένη επιστημονική ιατρική και εμφανίζουν συγγένεια με θεραπευτικές μεθόδους που απαντούν στις παραδοσιακές κοινωνίες. Ανάλογη άνθηση γνωρίζει και η θαυματουργική ιατρική, ενώ η εμπιστοσύνη του κοινού στις εναλλακτικές μορφές θεραπείας παρουσιάζεται αυξημένη.
Στο άρθρο αυτό καταγράφονται οι σημαντικότερες μορφές της εναλλακτικής ιατρικής, εξετάζεται η κατά περίπτωση θεραπευτική και επιστημονική αξία τους από την άποψη της συμβατικής ιατρικής και επιχειρείται μια ανίχνευση των αιτιών που εξηγούν την άνθησή της.
Το συμπέρασμα είναι ότι οι μέθοδοι εναλλακτικής θεραπείας παρουσιάζουν ευρεία διάδοση και ότι εκτείνονται από θεραπευτικές μεθόδους που προσομοιάζουν με αυτές της συμβατικής ιατρικής (και που ενδεχομένως θα είχε κάποια αξία η εμπεριστατωμένη επιστημονική μελέτη τους) έως μεθοδεύσεις οργανωμένης εξαπάτησης το κοινού και εκμετάλλευσης του ανθρώπινου πόνου, που θα ήταν χρήσιμο να αποκαλυφθούν προς όφελος τόσο της επιστήμης όσο και των ασθενών.
ΟΛΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ :

ΑΛΛΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗΣ: Η ΕΘΝΟΓΝΩΣΗ ΚΑΙ Η ΜΗ ΔΥΤΙΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ (του David J. Hess)

ΣΧΟΛΙΑ
Παρ’ όλη την επιστημονική ανάπτυξη και τα επιτεύγματα του δυτικού πολιτισμού, τις εφαρμοσμένες τεχνικές και τα τεκμηριωμένα αποτελέσματα, η ιστορία έχει αποδείξει, πως κατά τα άλλα “δεισιδαιμονικός” μη δυτικός πολιτισμός έχει κατά καιρούς δώσει λύσεις σε άλυτα για τους δυτικούς προβλήματα. Γι’ αυτό και δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που κατόπιν αποτυχίας των νεοτεχνολογικών μεθόδων ο άνθρωπος καταφεύγει σε φυσιολατρικές και παραϊατρικές διεξόδους (βελονισμό, τηλεπάθεια, μαγνητισμό μέχρι και μαγεία) και οι επιτυχίες που έχουν καταγραφεί είναι τουλάχιστον αξιοσημείωτες.

Μελετώντας αυτά τα δεδομένα, διαφαίνεται όλο και επιτακτικότερη η ανάγκη παράλληλης ανάπτυξης των δύο πολιτισμών. Κάτι τέτοιο θα έθετε τις βάσεις για έρευνες εμπεριστατωμένες και σφαιρικές οδηγώντας ίσως σε αποτελεσματικότερες μεθόδους. Διατηρώντας μια αντιμετώπιση λιγότερο στενόμυαλη, ο δυτικός πολιτισμός μπορεί να εύρισκε στο μη δυτικό απαντήσεις στα κενά που αφήνει η οργανωμένη με νόμους και κανόνες επιστημονική σκέψη. Κάτι τέτοιο θα έδινε ελπιδοφόρες προοπτικές εξέλιξης υπέρ όλων των τομέων γνώσης και αντιμετώπισης των προβλημάτων του σύγχρονου ανθρώπου.
ΟΛΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ David J. Hess :

Τρίτη, 1 Ιουλίου 2008

Παράγοντες αντι-TNF

Βιολογικές δράσεις του TNF-α στα κύτταρα και στους ιστούς.
Ο παράγοντας νέκρωσης των όγκων (TNF) είναι μια ουσία που εκκρίνεται κυρίως από τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος και παίζει κεντρικό ρόλο στη φλεγμονώδη διαδικασία. Χάρη στη μοντέρνα βιοτεχνολογία έχουν παραχθεί διάφοροι τύποι σκευασμάτων που αναστέλλουν επιλεκτικά τη δράση του TNF.
Αυτά τα σκευάσματα περιλαμβάνουν αντισώματα κατά του TNF (infliximab και adalimubab) ή παράγοντες που αποκλείουν τον υποδοχέα του TNF , δηλαδή την ουσία με την οποία πρέπει να συνδεθεί ο TNF για να ασκήσει τη δράση του.

Το adalimubab (Humira) χορηγείται με μία υποδόρια ένεση. Οι ασθενείς καθώς και τα μέλη της οικογένειας μπορούν να διδαχθούν πώς να κάνουν την ένεση (όπως οι ασθενείς με διαβήτη). Στο σημείο της ένεσης μπορεί να παρουσιασθούν τοπικές αντιδράσεις (κόκκινο στίγμα, φαγούρα, διόγκωση), αλλά είναι συνήθως μικρής διάρκειας και ήπιας έντασης.

Το infliximab (Remicade) χορηγείται ενδοφλέβια σε νοσοκομείο. Κατά τη διάρκεια της έγχυσης μπορεί να παρουσιασθεί αλλεργική αντίδραση που ξεκινά από ήπιες αντιδράσεις (δύσπνοια, κόκκινο δερματικό εξάνθημα, φαγούρα) που αντιμετωπίζονται εύκολα, μέχρι σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις με υπόταση (απότομη πτώση της πίεσης) και κίνδυνο για σοκ (πολύ βαριά κατάσταση).

Αυτές οι αλλεργικές αντιδράσεις παρουσιάζονται πιο συχνά μετά τις πρώτες εγχύσεις και οφείλονται σε δημιουργία αντισωμάτων κατά ενός τμήματος του μορίου του TNF του σκευάσματος. Αν παρουσιασθεί σοβαρή αλλεργική αντίδραση το φάρμακο διακόπτεται.Το adalimubab είναι ίδιο με το infliximab, αλλά το πρώτο είναι τελείως εξανθρωποιημένο και χορηγείται με υποδόρια ένεση ενώ το δεύτερο χορηγείται ενδοφλέβια.

Όλα τα σκευάσματα έχουν ισχυρή αντιφλεγμονώδη δράση που επιμένει για όσο διάστημα χορηγούνται. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι κυρίως αυξημένη ευπάθεια σε λοιμώξεις και ιδιαίτερα στη φυματίωση.

Οι ενδείξεις σοβαρής λοίμωξης επιβάλλουν τη διακοπή του φαρμάκου. Σε ορισμένες σπάνιες περιπτώσεις η θεραπεία σχετίσθηκε με την ανάπτυξη και άλλων αυτοάνοσων νόσων εκτός της αρθρίτιδας αλλά μόνο στους ενήλικες. Δεν υπάρχουν ενδείξεις μέχρι στιγμής ότι η θεραπεία μπορεί να προδιαθέτει σε συχνότερη εμφάνιση καρκίνου.Επειδή η χρήση των αντι-TNF παραγόντων είναι σχετικά πρόσφατη, λείπει ακόμη η εμπειρία για τη μακροχρόνια ασφάλειά τους.

Οι θεραπείες με τέτοιου είδους σκευάσματα αναφέρονται συχνά ως «βιολογικοί παράγοντες» επειδή παρασκευάζονται με τη σύγχρονη βιοτεχνολογία (όπως η γενετική μηχανική).Υπάρχουν και άλλοι τέτοιοι παράγοντες, όπως, τα αντισώματα κατά του υποδοχέα της ιντερλευκίνης Ι και κατά της ιντερλευκίνης 6 που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία μερικών ρευματικών νόσων των ενηλίκων και πειραματικά σε παιδιά.Οι βιολογικοί παράγοντες είναι όλοι πολύ ακριβοί.




ΑΛΛΕΣ ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ (ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ) ΓΙΑ αντι-TNF :







Μεσαλαζίνη (Salofalk, Asacol) - 5-αμινο-σαλυκυλικό οξύ

ΦΑΡΑΝ ΑΒΕΕ - Asacol 800

Νέα μορφή mesalazine σε κουτί των 60 γαστροανθεκτικών δισκίων 800mg.

http://www.faran.gr/inc/proionta/?id=12&PHPSESSID=8e211bc1d5d13e293df40cccbb09d683

http://www.asacol.com/




Galenica S.A. - Salofalk
Νέα μορφή mesalazine σε Salofalk Granules

http://www.virtualgastrocentre.com/drugs.asp?drugid=3132

http://www.galenica.gr/products/product.aspx?id=30

http://www.drfalkpharma.de



ΜΕΣΑΛΑΖΙΝΗ - Mesalazine
Ενδείξεις:Bλ. Σουλφασαλαζίνη.


Αντενδείξεις:
Σοβαρές ηπατικές και νεφρικές παθήσεις, διαταραχές της πηκτικότητας του αίματος, ενεργό πεπτικό έλκος. Iστορικό ευαισθησίας στα σαλικυλικά. Παιδιά κάτω των 10 ετών.

Ανεπιθύμητες ενέργειες:
Γενικά είναι σπάνιες: Διάρροια, έξαρση συμπτωμάτων κολίτιδας, πιθανή νεφρική βλάβη, ιδιαίτερα σε άτομα με προϋπάρχουσα χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, αντιδράσεις υπερευαισθησίας (δερματικές και συστηματικές). Σπανίως παγκρεατίτιδα, ηπατίτιδα, αναιμία, λευκοπενία, θρομβοκυτοπενία, αλλεργική μυοκαρδίτιδα, μεθαιμοσφαιριναιμία.

Αλληλεπιδράσεις:
Mπορεί να ενισχυθεί η υπογλυκαιμική δράση της σουλφονυλουρίας καθώς και η γαστρεντερική αιμορραγία που προκαλούν οι κουμαρίνες. Eπίσης μπορεί να ενισχυθεί η τοξικότητα της μεθοτρεξάτης. H ουρικοαπεκκριτική επίδραση της προβενεσίδης και σουλφονοπυραζόνης μπορεί να μειωθεί, καθώς και η διουρητική δράση της φουροσεμίδης και της σπειρονολακτόνης. Eίναι πιθανό να εξασθενίσει η αντιφυματική δράση της ριφαμπικίνης.

Προσοχή στη χορήγηση:
Kύηση: Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα. Γενικά, πρέπει να σταθμίζεται το αναμενόμενο όφελος σε σχέση με τον ενδεχόμενο κίνδυνο. Γαλουχία: το φάρμακο αποβάλλεται στο μητρικό γάλα.

Δοσολογία:
Eλκώδης κολίτιδα:
Oξεία φάση: 2.4 g/24ωρο κατανεμημένα σε 2-4 λήψεις (μπορεί να αυξηθεί έως 4 g ημερησίως).
Xρόνια φάση: 1.2-2.4 g/24ωρο κατανεμημένα σε 3 λήψεις. Eλκώδης ορθοσιγμοειδίτιδα: εφαρμόζεται τοπική θεραπεία υπό μορφή υποκλυσμών ή υποθέτων.
Oξεία φάση: 1 υποκλυσμός (4 g) ανά 24ωρο. Ως υπόθετα 0,5-1,5 g ημερησίως σε 1-3 δόσεις.
Nόσος του Crohn: 1.2-4 g/24ωρο κατανεμημένα σε 3 λήψεις.

Η βουδεσονίδη (Budecol, Budenofalk)





(σημ. : εικόνα του Budecol δεν υπήρχε πουθενά στο Internet, ούτε καν στην AstraZeneca GR - γι' αυτό και δημοσιεύω μόνο του Budenofalk)





Η βουδεσονίδη είναι αποτελεσματική στη θεραπευτική αντιμετώπιση της ήπιας ως μέτριας βαρύτητας νόσου του Crohn σε παιδιά. Είναι πιο αποτελεσματική από την μεσαλαμίνη και τα αντιβιοτικά, αλλά λιγότερο αποτελεσματική από την πρεδνιζόνη. Η βουσεσονίδη θα πρέπει να θεωρείται θεραπεία πρώτης γραμμής για την ήπια ως μέτριας βαρύτητας νόσο του Crohn.
Journal of Pediatrics 140 : 75-80, 2002
ΒΟΥΔΕΖΟΝΙΔΗ - Budesonide

Ενδείξεις: Eλκώδης κολίτιδα. Nόσος Crohn.
Αντενδείξεις: Yπερευαισθησία στο φάρμακο, τοπικές λοιμώξεις από βακτηρίδια ή ιούς.

Ανεπιθύμητες ενέργειες:
Mετεωρισμός, ναυτία, διάρροια, εξανθήματα, κνησμός είναι οι συχνότερα αναφερόμενες. Σπανιότερα περιγράφονται ευερεθιστότητα και αϋπνία.
Αλληλεπιδράσεις:
Γενικώς ισχύουν τα αναφερόμενα στα κορτικοστεροειδή με την παρατήρηση των περιορισμένων συστηματικών δράσεων του φαρμάκου (βλ. εισαγωγή).
Προσοχή στη χορήγηση:
Σε ασθενείς που μετατάσσονται από τα συστηματικώς δρώντα κορτικοστεροειδή σε βουδεζονίδη.
Kύηση:
Σε πειραματόζωα παρατηρήθηκαν ανωμαλίες ανάπτυξης του εμβρύου. Στον άνθρωπο δεν υπάρχουν δεδομένα. Nα σταθμίζεται το αναμενόμενο όφελος σε σχέση με τους ενδεχόμενους κινδύνους του εμβρύου. Δεν είναι γνωστό αν το φάρμακο διέρχεται στο γάλα.

Δοσολογία:
Διενέργεια ενός υποκλυσμού το εσπέρας για περίοδο ενός μηνός το ανώτερο. Από του στόματος 2-3 χάπια ημερησίως, κυρίως για την νόσο Crohn.

ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΙΔΙΟΠΑΘΩΝ ΦΛΕΓΜΟΝΩΔΩΝ ΝΟΣΩΝ ΤΟΥ ΕΝΤΕΡΟΥ

Πηγή
ΝΙΚΟΣ ΒΙΑΖΗΣ
ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΣ Β΄
Β΄ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΟΛΟΓΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Γ.Ν.Α. «Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ»


Σε αρχείο word (.doc)
http://www.exe1928.gr/files/attaches/Viazis-FINAL.doc

Ciproxin (ciprofloxacin)


JTF 2013: We are young, we are free… willing to fight against IBD

Thanks to all those who participated in the Anaemia survey

Την ύπαρξη περισσότερων εξειδικευμένων γαστρεντερολόγων και ειδικών εξωτερικών ιατρείων (ΚΕΝΤΡΩΝ ΑΝΑΦΟΡΑΣ) ζητούν οι ασθενείς με ΙΦΝΕ, σύμφωνα με την έρευνα του ΕΛΙΓΑΣΤ και των Συλλόγων Ασθενών με ΙΦΝΕ, με την υποστήριξη της ΕΟΜΙΦΝΕ.
“Μόνοι μπορούμε να κάνουμε τόσα λίγα-μαζί μπορούμε να κάνουμε τόσα πολλά” - Η ΞΕΚΑΘΑΡΗ ΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΝΟΣΟΥ